Όταν η «φυσική» καταστροφή γίνεται κοινωνική κρίση
Τον Σεπτέμβριο του 2023, η κακοκαιρία Daniel άφησε στη Θεσσαλία περισσότερη βροχή απ' όση δέχεται συνήθως σε έναν ολόκληρο χρόνο μέσα σε λίγες ημέρες. Δεκαεπτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, πάνω από 70.000 εκτάρια γης βυθίστηκαν στο νερό και το κόστος εκτινάχθηκε κοντά στα 3 δισ. ευρώ — η μεγαλύτερη φυσική καταστροφή στην ιστορία της χώρας. Όμως πίσω από τους αριθμούς κρύβεται ένα λιγότερο ορατό γεγονός: όταν τα νερά υποχώρησαν, δεν ξαναγύρισαν όλοι στο ίδιο σημείο εκκίνησης. Οι ηλικιωμένοι κτηνοτρόφοι, οι οικογένειες χωρίς ασφάλιση, οι μετανάστες εργάτες γης και όσοι ζούσαν ήδη στο όριο της φτώχειας βρέθηκαν δυσανάλογα εκτεθειμένοι — και πολύ πιο αργοί στην ανάκαμψη.
Αυτή ακριβώς η παρατήρηση βρίσκεται στον πυρήνα ενός αναδυόμενου επιστημονικού πεδίου: η καταστροφή δεν είναι ποτέ αμιγώς «φυσική». Είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης ενός φυσικού φαινομένου με προϋπάρχουσες κοινωνικές ανισότητες.
Ένας πλανήτης που θερμαίνεται, μια κρίση που πληθαίνει
Τα δεδομένα δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Το 2024 ήταν, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό (WMO), το θερμότερο έτος στα 175 χρόνια καταγραφών και το πρώτο που ξεπέρασε κατά μέσο όρο το όριο του 1,5°C σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή. Την ίδια χρονιά καταγράφηκαν 152 πρωτοφανή ακραία καιρικά φαινόμενα σε όλον τον πλανήτη.
Οι ανθρώπινες συνέπειες είναι εξίσου εντυπωσιακές. Σύμφωνα με το Internal Displacement Monitoring Centre (IDMC), οι καταστροφές προκάλεσαν 45,8 εκατομμύρια εσωτερικές μετακινήσεις το 2024 — ο υψηλότερος ετήσιος αριθμός από το 2008. Το 99,5% αυτών συνδέθηκε με καιρικά φαινόμενα, πολλά από τα οποία εντείνονται από την κλιματική αλλαγή. Συνολικά, ο αριθμός των εσωτερικά εκτοπισμένων στον κόσμο έφτασε τα 83,4 εκατομμύρια, ρεκόρ όλων των εποχών.
Γιατί η ευαλωτότητα δεν κατανέμεται ισότιμα
Η έννοια της κλιματικής δικαιοσύνης ξεκινά από μια άβολη αλήθεια: όσοι ευθύνονται λιγότερο για την κρίση είναι συχνά εκείνοι που υφίστανται τις βαρύτερες συνέπειες. Άνθρωποι που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, ηλικιωμένοι, παιδιά, άτομα με ψυχικές ή σωματικές ευαλωτότητες και πληθυσμοί χωρών με περιορισμένους πόρους πλήττονται δυσανάλογα. Πάνω από τα τρία τέταρτα των ανθρώπων που εκτοπίστηκαν από συγκρούσεις ζουν ταυτόχρονα σε χώρες με υψηλή κλιματική ευαλωτότητα — μια αλληλεπικάλυψη κρίσεων που οι ερευνητές αποκαλούν πολυκρίση.
Η ευαλωτότητα, με άλλα λόγια, δεν είναι φυσική ιδιότητα· είναι κοινωνική κατασκευή. Η αποψίλωση των δασών, η άναρχη δόμηση και η υποβάθμιση των φυσικών πόρων στο όνομα μιας μονοδιάστατης ανάπτυξης συγκροτούν το υπόστρωμα της «επόμενης» καταστροφής.
Το αόρατο τραύμα: η ψυχοκοινωνική διάσταση
Η καταστροφή δεν τελειώνει όταν σβήνει η φωτιά ή υποχωρεί το νερό. Συστηματικές ανασκοπήσεις δείχνουν ότι το 30–40% των άμεσα πληγέντων εμφανίζει διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD), ενώ σε θύματα πλημμυρών το ποσοστό αγγίζει το 29,5%. Πίσω από κάθε αριθμό κρύβονται απώλεια στέγης, διάρρηξη κοινωνικών δεσμών, οικονομική ανασφάλεια και ένα παρατεταμένο πένθος για έναν τόπο που άλλαξε.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται ο ρόλος που η κοινή γνώμη συχνά παραβλέπει: δίπλα στους πυροσβέστες, τους μηχανικούς και τους γιατρούς, στην πρώτη γραμμή στέκεται και ο κοινωνικός λειτουργός — ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον πληγέντα πληθυσμό και στους θεσμούς, ως διαμεσολαβητής, συνήγορος και οργανωτής της κοινοτικής ανάκαμψης.
Από την «πράσινη κοινωνική εργασία» στην πράξη
Η ιδέα ότι η κοινωνική εργασία οφείλει να ασχοληθεί με το περιβάλλον δεν είναι καινούργια. Η Lena Dominelli εισήγαγε το 2012 τον όρο «πράσινη κοινωνική εργασία» (green social work): μια πρακτική που αξιοποιεί τις περιβαλλοντικές κρίσεις για να αντιμετωπίσει τη φτώχεια και τις δομικές ανισότητες, διεκδικώντας δικαιότερη κατανομή των φυσικών πόρων. Η Διεθνής Ομοσπονδία Κοινωνικών Λειτουργών (IFSW) έχει εντάξει την κλιματική δικαιοσύνη στον πυρήνα της ατζέντας της, αναγνωρίζοντας ότι οι κοινωνικοί λειτουργοί βρίσκονται σε μοναδική θέση να καταγράφουν τις βλάβες, να ενισχύουν τις φωνές των περιθωριοποιημένων και να κινητοποιούν την ανθεκτικότητα των κοινοτήτων.
Το ζητούμενο, ωστόσο, παραμένει: πώς μεταφράζεται αυτή η θεωρία σε παρέμβαση πεδίου; Πώς εκπαιδεύεται ένας κοινωνικός λειτουργός για να δουλέψει μέσα στα ερείπια; Ποια εργαλεία λειτουργούν όταν μια κοινότητα έχει χάσει τα πάντα;
Ένα ελληνικό εγχειρίδιο για ένα παγκόσμιο πρόβλημα
Σε αυτό ακριβώς το κενό απαντά ο συλλογικός τόμος «Φυσικές Καταστροφές: Κοινωνική Δικαιοσύνη και Κοινωνική Εργασία» (Εκδόσεις Δίσιγμα, 2026), σε επιστημονική επιμέλεια της Δέσποινας Κομπότη και της Δήμητρας Α. Παπαδοπούλου, μελών του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Πρόκειται για την πρώτη συστηματική καταγραφή στην ελληνική βιβλιογραφία για τον ρόλο της κοινωνικής εργασίας απέναντι στις φυσικές καταστροφές και την κλιματική αλλαγή.
Η αξία του βιβλίου δεν είναι μόνο θεωρητική. Σε 17 κεφάλαια, περισσότεροι από είκοσι ερευνητές και επαγγελματίες της πρώτης γραμμής συνδέουν τις ηθικές συντεταγμένες της πράσινης κοινωνικής εργασίας με απτές μελέτες περίπτωσης από την ελληνική πραγματικότητα: τις μετακινήσεις κοινοτήτων στη Θεσσαλία μετά την κακοκαιρία Daniel, τις καταστροφικές πυρκαγιές στη Βόρεια Εύβοια, τον σεισμό στο Αρκαλοχώρι της Κρήτης, την πυρκαγιά στο Μάτι και την ιστορική αφετηρία του σεισμού της Πάρνηθας του 1999. Παράλληλα, φωτίζει αναδυόμενα πεδία όπως η περιβαλλοντική μετανάστευση, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και η ψυχοκοινωνική παρέμβαση σε εγκαύματα και οξείες κρίσεις.
Για τον εκπαιδευτικό, τον κοινωνικό λειτουργό και τον ερευνητή, το βιβλίο λειτουργεί ταυτόχρονα ως πανεπιστημιακό σύγγραμμα και ως εγχειρίδιο επαγγελματικής επιμόρφωσης. Δεν προσφέρει έτοιμες συνταγές· προσφέρει κάτι πιο χρήσιμο — ένα πλαίσιο αναστοχασμού και τεκμηριωμένα παραδείγματα για το πώς η κοινωνική εργασία μπορεί να σταθεί κομβικός παράγοντας κοινωνικού και οικολογικού μετασχηματισμού.
Πέντε αρχές για παρέμβαση που πραγματικά βοηθά
Από τη διεθνή βιβλιογραφία και την ελληνική εμπειρία πεδίου αναδεικνύονται ορισμένες σταθερές που κάθε επαγγελματίας —αλλά και κάθε τοπική αρχή— αξίζει να έχει υπόψη:
Χαρτογραφήστε την ευαλωτότητα πριν από την κρίση, όχι μετά. Η καταγραφή των ηλικιωμένων, των μοναχικών νοικοκυριών και των μη ασφαλισμένων πρέπει να προϋπάρχει της καταστροφής.
Διασφαλίστε τη διεπιστημονικότητα. Ο κοινωνικός λειτουργός λειτουργεί καλύτερα μέσα σε δίκτυο με ψυχολόγους, γιατρούς, μηχανικούς και τοπική αυτοδιοίκηση — όχι απομονωμένος.
Στηριχθείτε στα δυνατά σημεία της κοινότητας. Η αυτοοργάνωση των πληγέντων δεν είναι εμπόδιο προς διαχείριση, αλλά πόρος προς ενίσχυση.
Σκεφτείτε μακροπρόθεσμα. Το ψυχοκοινωνικό τραύμα εκδηλώνεται συχνά μήνες μετά· η παρουσία πρέπει να παραμένει και όταν φεύγουν τα συνεργεία.
Συνδέστε την ανακούφιση με τη δικαιοσύνη. Η ανάκαμψη είναι ευκαιρία να διορθωθούν —όχι να αναπαραχθούν— οι ανισότητες που έκαναν την κοινότητα ευάλωτη εξαρχής.
Τι μένει να κρατήσουμε
Η κεντρική θέση είναι απλή και ανατρεπτική μαζί: αν οι καταστροφές είναι κοινωνικά γεγονότα, τότε και η αντιμετώπισή τους πρέπει να είναι κοινωνική — όχι μόνο τεχνική. Η ανθεκτικότητα δεν χτίζεται με αντιπλημμυρικά έργα και μόνο, αλλά με κοινότητες που έχουν δίκτυα, φωνή και θεσμική υποστήριξη. Σε έναν κόσμο όπου τα ακραία φαινόμενα θα γίνονται συχνότερα, η επένδυση στην κοινωνική γνώση δεν είναι πολυτέλεια· είναι προϋπόθεση επιβίωσης.
Αν θέλετε να εμβαθύνετε περισσότερο στο θέμα, μπορείτε να γνωρίσετε το βιβλίο εδώ: https://disigma.gr/Fysikes-katastrofes
